Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Μοτέλ

Όταν ξεκινάω μ' ένα θέλω κάτι στον κόσμο κινείται τρία αστέρια στη σειρά στο πίσω μπαλκόνι δεν είναι τ' αστέρια είναι το μπαλκόνι θέλω να μπούμε στ' αυτοκίνητο να ταξιδέψουμε βράδυ δεν ξέρω πού δεν ξέρω γιατί σταματώντας κάπου όπως στις αμερικάνικες ταινίες σ' ένα φτηνό μοτέλ να ενώσουμε τα δύο κρεβάτια θέλω να κάθεσαι σ' ένα σκαμπό στο μπαρ και να σε βλέπω να σε παρατηρώ άπληστα' το τσιγάρο στα χείλη σου τα μαλλιά στο μέτωπο και τα μελένια μάτια δεν είναι πράγματα που τα χορταίνει κανείς άσε με να επαναλαμβάνομαι ξανά και ξανά χωρίς τέλος ας σταματήσουμε μέσα στη νύχτα σε μια άγνωστη πόλη σ' έναν άγνωστο δρόμο σ' ένα τοπίο κοινό ας γίνονται τα πράγματα γύρω μας κι εμείς ας είμαστε μέσα ο ένας στον άλλον

Καίγεται

αφησεμενασεαγγιξωσιγααπαλαγιατιφοβαμαιοιανθρωποιπονανεκαιδενξερουντογιατιδυστροπουνκιοιστιγμεςπερνανεαπρακτεςακυρώνονταςό,τιαναμένουμεό,τιαργειναερθειο,τισιγοκαίειστασωθικαοποθος περνάνε εξουθενωτικά γοργά ένας σαδιστής νέος αναμαλλιάρης και σαλός ρυθμίζει το χρόνο στο ρυθμό που δεν μπορείς ν΄ανταποκριθείς γρήγορα περνούν σύννεφα βιαστικά κι έρχεται πάλι μια λιακάδα εκτυφλωτική αυτό είναι να κάνουμε ένα κλικ να βρεθούμε στα γνώριμα ακρογιάλια μας -αυτόθαθελατοπιοπολύ- όχι στα βαθιά  με το σκούρο σαν  μπλε αίμα  και τα βράχια να μας κυκλώνουνε από πάνω θέλω ήσυχο ακρογιάλι και καθαρά νερά να βλέπω κάτω τα στιλβωμένα άκρα σου όπως και τότε ν' ακολουθώ τ' αφρισμένο σου μονοπάτι χέρι μέσα στο χέρι για ζέσταμα στα ρηχά να προσπαθώ να κρύψω το ενθουσιώδες κέρας και να μην θέλω να το κρύψω εδώ να σε θέλω δική μου όπως σε ξέρω και με ξέρεις ατόφια και γυμνή δεν θέλω ν' ανακαλύψω τον κόσμο όλο δεν μ' εν...

Πηγή

Στης μοναξιάς τον πόλεμο είναι πολλοί χαμένοι έρμοι τρελοί κι απ' τη χαρά μακριά ξενιτεμένοι Δεν κατοικούνε στα βουνά σαν έρημα ξωκλήσια μον κελαηδούνε σαν πουλιά σε μαύρα κιπαρίσια Ήρθα και γω σαν τον τρελό φευγάτος στην αυλή σου δεν ήξερα τον κόσμο αυτό ούτε και τη βουλή σου Μαθαίνοντας το α, το β το γάλα και το χιόνι που κυνηγάει τα θεριά στο γέρμα και στη σκόνη Κι απ' το πολύ του έρωτα το πιο βαθύ σημάδι έγινε ο ήλιος θάλασσα κι η θάλασσα σκοτάδι Κι ένα καράβι με πανιά καταμεσής στο κύμα πάλευε εκεί με το φονιά, τον πόνο και το κρίμα Κι είδα σημάδι σου γοργά που μου δωσες το χέρι μ' έσυρες  πέρα απ΄τα βαθιά της μοίρας μου καρτέρι Κι εγώ σε λάτρεψα εκεί στο ξανθωπό το χώμα κι όσα κι αν είπα τίποτα δεν σου χω πει ακόμα Μα δεν χωράν σε μια ζωή ούτε σ' αυτό το σώμα γι αυτό που μου δωσες εσύ να πιω από το στόμα Να μου σταλάξεις τη χαρά ξανά, κι από τα χείλη το αίμα άλικο, βαθύ να  πέσει στο μαντήλι Να ξεκινήσουμε ξανά ...

Υπέρθυρο

Γυναίκα στο σπίτι με το κοίλο υπέρθυρο ποια αποθυμιά στο σώμα σου διαρρέει η βραδινή  υγρασία το σκοτεινό προφίλ σου πίσω απ' το ημίφωτο παράθυρο σκηνικό του πόνου ή και του ανηλεούς πόθου ίσως κλείνοντας τα φύλλα του παραθύρου πιο μέσα να καραδοκούν μάνητες ιέρειες και με φλεγόμενα μέλη ρίχνοντας έναν έναν τους σκοτεινούς τους χιτώνες προετοιμασία για  θυσία ίσως στο φως που εισέρχεται κρυφά απ' το υπέρθυρο ίσως να ξεγλιστρούν τα βέβηλα φιλιά των εραστών από κύπελα που ήπιαμε κοινά θα χύνεται κρασί και μέλι σκύβοντας θα το μαζεύεις με τη γλώσσα σαν την κοινωνία απ' το δισκοπότηρο ιερό το τέμενός σου και στην κάμαρα καθαρτήριο τα κρίματα του κόσμου αναγυρνούν σε στεναγμό κι ολόλυγμα κράτα το ίσο, κράτα με και τον αέρα ανάδευε γυρνώντας σύστροφα τα χέρια έτσι που με το στίλβος των νυχιών μες το σκοτάδι να χαράζεις δυο μονοπάτια χαμηλά έτσι με σχέδια λαγαρά στον πιο κρυφό εναγκαλισμό με πόθο υγρό και τρυφερά τη δύναμη μου ενσταλάζ...

Σχεδόν

Σχεδόν τόσο κοντά πιο πέρα πιο μακριά με κόκκινα δάκρυα στα ημίφωτα δωμάτια μια ψιλή σκόνη σαν βροχή στο βάθος ο ορίζοντας ένα αμάλγαμα τα μάτια κόλλησαν στην πηχτή ομίχλη η ανάσες κονταίνουν η έξαψη ο κίνδυνος καραδοκώντας με την όσφρηση υπόγεια τα πελιδνά μου χέρια τρίβοντας να ζεσταθούν και με ουίσκι στο ποτήρι στην ύπνωση χαμένος τους δυνατούς μηρούς σου μόνη παρηγοριά δεν θα ταν άλλη ποτέ δεν θέλησα τόσο πολύ πόνος και χαρά σχεδόν κοντά στο σύνορο επάνω τελειώνω επάνω στο μαχαίρι έλα και πάρε με τη γλώσσα το αίμα που αχνίζει τα πιο κόκκινα χείλη ως μέσα βαθαίνοντας μέσα σε στεναγμούς αλλόκοσμους το σώμα θ' ανασταίνεται σχεδόν αθάνατο βλάσφημο ρήμα άρρητο που ξεπερνά το θάνατο τότε μονάχα τότε σε γνωρίζω τότε σε ζω κι αποθυμώ αναθυμούμενος στην άγρια δίψα με ορμή παραδομένος σχεδόν στο θεό καθ' εικόνα σου εικόνα μου

Προβολή

Κάπου να πιαστείς ένα απειροελάχιστο που είναι όλα ώρες μωρές αιμορραγούσες τα σώματα σαν κλαδιά παρασυρμένα στις νεροσυρμές καλάμια σπασμένα κόκκινο χώμα που κυλά ένα κάτι να δώσω να δώσεις να δοθεί χωρίς να ζητά επιστροφή του έρωτα ανεπίδοτο γράμμα πετάχτηκα πάνω θρηνώντας βουβά κάποιοι είναι έτσι καμωμένοι η ζωή όλη να κρέμεται από μια παλάμη με δάχτυλα τεντωμένα ο  έρωτας ήταν πάντοτε το νερό που με ορμή ξέπλενε τη σκόνη απ' τα μάτια παίζοντας όλα για όλα τελευταία προβολή

των σωμάτων ημών

δεν θέλω να κοιτάζω πίσω φωτογραφίες την πιο σκοτεινή ώρα που ωστόσο το φως ακόμα έχει αυτή την διαύγεια ο χώρος γύρω αρχίζει και στενεύει αμφιβάλλει τι δεν υπάρχει σε πήρα στα χέρια μου μέσα απ' το ακουστικό ειπώθηκαν πολλά κι ήταν σαν να ήμασταν στο μεταίχμιο του τελευταίου φωτός που όλα γυρίζουν ένας κύκλος ανεβαίνοντας πιο πάνω ή και πέφτοντας ποιος ξέρει κι όσο σε άκουγα τόσο ξεμακραίνανε οι λέξεις μια σειρά από ήχους ο αέρας που έβγαινε από μέσα σου με δονούσε χαμηλά άκουγα στο υπογάστριο δίχως να το ξέρεις κάθε ήχος κάθε χρωματισμός φωνήεντα στο ημίφως θεέ μου το ένιωσα να έρχεται από μέσα μου σαν να ήμασταν ένα πρόσωπο με πρόσωπο ω μόνο συνέχισε να μου μιλάς η φωνή σου με ζεσταίνει μίλησέ μου θα σ' ακούω ώσπου να έρθει η ώρα κι άλλες μικρές και μεγάλες αποστάσεις να εκμηδενίσουμε έστρωσα σεντόνια καθαρά και τ' άφησα ανέγγιχτα μόνο στη δική σου υφή και στο σχήμα σου να  πάρουνε μορφή απ' των σωμάτων ημών τι...