Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Αναπάντεχα

Είμαστε οι άλλοι πετάω ένα ένα από πανω μου τα αποφόρια που φορτώθηκα στο δρόμο και πάλι ξύνω κάτω από το δέρμα ένα στρώμα εσύ ένα παλίμψηστο αυτοί θέλοντας και μη προχωράμε όλοι μαζί καταπίνοντας όλη την απέχθεια συγχρωτιζόμενος εσμός ημών και υμών με φθίνον σθένος μέρα τη μέρα κοντινοι προορισμοί μου που δεν πρόκειτα να σας φτάσω συντρίβοντας πάνω στην πέτρα το δέρας της υποκρισίας το τέρας της αλαζονείας ανακαλυπτοντας ένα πρόσωπο οικείο και ξένο αλλοιωμένο στο εσύ ξαναγενημένο  στο άγνωστο εγώ δικό μου και δικό σου αληθινό και έντεχνο αναπάντεχο και από πάντα αναμενόμενο

Αμνησία

Τόσοι απόντες τόσο απόντες σκορπάω γύρω μου υπενθυμίσεις μην ξεχάσω κι ωστόσο πάντα κάτι διαφεύγει πάντα κάποιοι  και φοβάμαι συνέχεια μην ξεχάσω όχι τόσο το περισσότερο μην ξεχαστώ σαν το αναμένο φως σε σπίτι άδειο σαν έπιπλο παλιό σαν μια τυχαία φωνή που χάνεται στο πλήθος και σαν την πλημμυρίδα που ξεπλένει την άμπωτη

μια στιγμή

 θα έρθει μια μέρα που τίποτα δεν θα ωφελεί όλες οι προσπάθειες θα είναι ατελέσφορες και το βλέμμα κενό θα διαπερνά τις ώρες αδιάφορα θα έρθει η στιγμή που όλα θα μείνουνε πίσω όλες οι έγνοιες όλες οι ελπίδες και θα πάψεις να λες μα τι έχει σημασία γιατί τίποτα δεν θα έχει θα πάψεις να αναλογίζεσαι θα πάψεις να βασανίζεσαι και θα συγχωρείς και θα χωρέσεις εκεί που περίσσευες τα καλά και τα άλλα παντελώς αδιάφορα θα περνάνε θα έρθει η στιγμή που θα έχεις ξεπεράσει τη γραμμή δεν θα κοιτάς πια πίσω ή μπροστά παρά μόνο κάθετα θα υψωθείς με κομμένη ανάσα με σπασμένη κραυγή μια στιγμή κι έφτασες

Μην τολμήσεις

Μην τολμήσεις κι έρθεις να με χτυπήσεις φιλικά στην πλάτη πατ πατ και με συγκατάβαση να υποθάλψεις την κάθε λάβρα μου ματαίωση μην τολμήσεις να με καραδοκείς στο κάθε σφάλμα μου την αψεγάδιαστη υπεροχή σου δαψιλεύοντας να μου σερβίρεις τις πιο αλάνθαστες συνταγές κυρίως  μην τολμήσεις να με αντιπαρέλθεις σαν να μην δικαιούμαι ένα λαθραίο πέρασμα απ' τη σκηνή ποιοςειντουτος να λένε μια φορά σαν τους ρολίστες που χουν μια φάτσα που σου μοιάζει μα δίχως όνομα αρχή και τέλος μόνο ένα πέρασμα στο φτερό κι ύστερα πάλι στο ποτάμι στις εκβολές της λησμονιάς σαν ημιτελείς συμφωνίες σαν εμάς

Ξοδεύοντας

Ασκούμαι συστηματικά στις νεκρολογίες είναι μια δεξιότητα που αποκτάται συν τω χρόνω νομίζω πως σταδιακά τελειποιούμαι στο είδος και με την επιμέλεια που διακατέχει όσους διαπρέπουν στην τέχνη αυτή ίσως θα έπρεπε να φροντίσω εγκαίρως και τη δική μου διότι η κλεψύδρα δεν γυρνά ανάποδα κι ούτε μπορείς να πεις πόση είναι η άμμος που απομένει και πόσος κόπος πόσα δάκρυα πόση ελπίδα και τ' αποτέλεσμα; τίποτα παραπάνω μηδέ ένας κόκκος ακόμα που θα κυλήσει και θα χαθεί μαζί με το φως το τελευταίο μάταια σημάδια βάζω στην ακτή να μην χαθώ ήδη η παλίρροια με σθένος με παρασέρνει και πόσος κόπος πόση προσμονή πόσες διαψεύσεις γιατί; για μια βόλτα στον ήλιο ισορροπώντας στο δίκυκλο κι όσο μπροστά πηγαίνω τόσο να βλέπω στους καθρέφτες το δρόμο που ως εδώ ξοδεύτηκε ισορροπώντας σ' ενα παρόν επισφαλές και ανερμήνευτο

Bob

Έζησα μία καλή ζωή πηρα αγάπη, φροντίδα έγνοια και μερικές ξυλιές στον ποπό όταν έκανα μικροαταξίες μην θυμώνεις που φεύγω τώρα έτσι πρέπει να γίνει  ξέρω πως όταν έρθει η ώρα δεν θα μ' αφήσεις να πονάω σε εμπιστεύομαι σ' αγαπώ είμαι τυχερή που κάποια μέρα είδες τη φωτογραφία μου σ' εκείνο το pet κι ήρθες και με πήρες Η διαδρομή μου  Νέος Κόσμος- Κυψέλη τελευταία στάση Άγιος Παντελεήμων  νομίζεις ότι δεν γνώρισα τη γιαγιά πάτησα όμως  εκεί που πάτησε κι έχω τη μυρωδιά της γι΄αυτό και δεν ανέβαινα ποτέ στην πολυθρόνα της κράτησε ωστόσο και μια γωνίτσα στο σπίτι σου ποιος ξέρει ίσως κάποια μέρα ένα μακρινό ξαδερφάκι μου  έρθει να τη ζεστάνει  στη θέση μου Σ' αφήνω τώρα Με τρυφερές "κουτουλιές" Η Bob σου

Κερνάω

Καλό είναι να θυμάσαι από καιρού εις καιρόν την έβδομη σφραγίδα  του Μπέργκμαν Ποτέ δεν ξέρεις αν ο τύπος αποφασίσει να τερματίσει την παρτίδα κι αυτός ο ηθοποιός βρε παιδί μου τι όνομα Έκεροτ κάτι ανάμεσα σε 'Εκτορα και Κέρβερο ο ορισμός του τελειωτικού του οριστικού του μη αναστρέψιμου βάλε ουίσκι διάολε κερνάω

παιδιπουκλαειστηναποβάθρα

παιδί που κλαίει γοερά στην  αποβάθρα  στην αγκαλιά της μητέρας του 18:14 μ.μ. πέρασαν χρόνια κραυγάζοντας σιωπές τώρα σε ποιον κόρφο άγνωστοι περνούν χτυπάν φιλικά στον ώμο πατ πατ θα περάσει και περνάει πέρασε κλικ μην ξεχάσω  να πάρω τα χάπια μου και ξέχασε

Νέωνε Χριστουγέννωνε

Προσπαθώ να βρω το μείζον σιχτιρίζων και αφρίζων να 'χα μια σταλιά μυαλό λογική μου στο καλό Κι απ΄την άλλη δεν βαριέσαι και να κλαις και να χτυπιέσαι αχ, η νιότη να ταν κι άλλη μία χίμαιρα μεγάλη Τις ευχές πώς τις φοβάμαι δεν ελπίζω δεν θυμάμαι Χριστουγέννωνε χαμός τόσο σκότος μες το φως Πάμε για τη συναυλία εν χορδαίς και εν οργάνω της κιθάρας μου οι τόνοι η αλήθεια που με σώνει Πώς τελειώνει τώρα αυτό μια κυλάει μια κολλάει αν απάντηση δεν βρω, "όπως άρχισε", θαρρώ

Τωρα

Δεν έβγαινε στη βεράντα πλησίαζε ο καιρός το ήξερε ότι δεν θα είναι για πάντα κι ωστόσο είχε ήδη προσαρμόσει την όραση ώστε να καλύπτει μόνο το εγγύς για τ' άλλα κάποια άλλη φορά τουτέστιν ποτέ ματαίως προσπαθούσαν και με μαγγανείες διάφορες και με προσφορές να του αποσπάσουν ένα βλέμμα που να εφάπτεται του ορίζοντα δεν είχε πια θάλασσες λιμάνια και τσιμινιέρες στα Λιπάσματα τώρα κουκουλιαζότανε στο στενό τριάρι του Αγίου σμικρυνόμενος  σε μία κυτταρική δομή καμιά φορά μόνο στην ταράτσα απλωμένα ρούχα και φωνές στη λαϊκή ξέφευγε καμιά ματιά προς την Ελευσίνα ή τον Λυκαβηττό όπου ανέβαινε έφηβος με τα πόδια και τη σκέψη σε ένα άγνωστο μέλλον τώρα υπερίσχυε το απαιτητικό παρόν τώρα ήταν όλα για μετά δεν ήξερε τίποτα

Concierge

οι νεκροί καγχάζουν γνωστό αυτό χωρίς καμία μνησικακία αναπαυμένοι στη μακάρια ακινησία των ο θυρωρός κάθεται στο γραφειάκι και επιβλέπει την είσοδο και την έξοδο προσμετρά τις διαθέσεις των ενοίκων από τον ήχο των βημάτων τους απ' το παίξιμο των κλειδιών στα χέρια ορά διαρκώς αυτή είναι η αποστολή του και την εκτελεί μ' αξιοθαύμαστη επιμέλεια και τάξη κυρίως αυτό η τάξη πρέπει να τηρείται τα εισερχόμενα στα εισερχόμενα και τα άλλα στην άλλη θυρίδα καταμετρά του καθενός τις εισροές και εκροές δοσιμετρητής της λίγης χαράς και των ισόποσων δακρύων όταν όλοι θα έχουν πια τακτοποιηθεί κι ένα ένα τα φώτα θα σβήνουν τα ρολλά θα κατεβαίνουν αφού κλειδώσει ήσυχα και προβλέψιμα θα κατευθυνθεί κι αυτός στο μικρό υπόγειο διαμέρισμα για να λάβει την πρέπουσα ανάπαυση εις την μακαρία ζωή ένθα απέδρα ό,τι συνέρρεε καθ' εκάστην

κι αν

κι αν έχω λίγο λιγότερη καρδιά θα μπορώ ν' αγαπώ το ίδιο μόνο με μια μικρή υστέρηση στην πλήρωση\ ούτε που θα το νιώσεις κι αν μένω λίγο πίσω μην με προδώσεις θα ναι το δάκρυ μου μια τόση δα αναπλήρωση που στην αγάπη είχε καθυστέρηση κι αντέχω μέσα στην τόση ομορφιά που μου 'γινε η ζωή συνήθειο μόνο που με βαραίνει η απόσταση κι αλίμονο είναι μακρύς ο ανήφορος κι αν ξαποστάσω μην με περάσεις μα δος μου χρόνο ακόμα λίγο μόνο να βρει ό,τι μου λείπει υπόσταση

Depot

Έμεινα σαν αδειανό βαγόνι που με παράτησαν  με ξεχαρβαλωμένους μεντεσέδες χορταριασμένο κουφάρι μ ετοιμόροπη οροφή και σάπιο πλαίσιο έφυγαν και μ' άφησαν να χάσκω στο χάος κάπου στο βάθος βάζοντας αλυσίδες στις πόρτες αλλά και πάλι αφήνοντας μια χαραμάδα αρκετή για να περνάνε μέσα λάθρα χασομέρηδες και τυχάρπαστοι με σκυλεύουν έτσι κάπου μισό αιώνα και πέρα πόση φθορά αντέχει η αθανασία πόσο άχθος η λησμονιά πόση ερημιά η περιφορά στον κόσμο

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

ένοικοι

 Τα σπίτια που  απομένουν άδεια σηκώνοντας το αφόρητο βάρος της αιωρούμενης μνήμης συσσωρεύοντας σκόνη και σιωπή με τα βλέφαρα μοισάνοιχτα στο απογευματινό καύμα ενηλικιώνοντας ό,τι έμεινε ξεχασμένο από τους ένοικους διασκορπισμένα παραμιλητά σελίδες από βιβλία που ξαναδιαβάστηκαν πεταμένα φωνήεντα στοιβαγμένα σε σακούλες ανακύκλωσης διότι σε τελική ανάλυση όλα βαίνουν προς τα κει μην αφήνετε κενά τα σπίτια αναπαράγουν στο κενό τους τις αντηχήσεις των βημάτων και τα λεπτά που κύλησαν τα χρόνια που γλίστρησαν τις αγωνίες που πέρασαν μέχρι να έρθει το ξημέρωμα και να νικήσεις άλλη μια μέρα αυτή τη ροπή προς τη μετοίκηση

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις

Χάος

έτυχε να 'ναι  στενόχωροι καιροί έτυχες κι εσύ να περισσεύειες μέσα στο λίγο που ελπίζει με καλωσήρθες και φανφάρες δεν φεύγει μπλιο η ζωή μπροστά στέκομαι και κοιτώ στα μάτια και δεν γυρίζει τίποτα σε μένα ούτε μια τόση δα εντύπωση στενεύουνε τα όρια το μέσα και το έξω αποζητούν  δικαίωση έναν καινούριο μύθο έτσι ανακάλυψα στα ξαφνικά ότι δεν έχω πια ιστορία κι όλο χαρά μου φανερώνεται αυτό το χάος που μου φωνάζει χαίρε

το είναι και το έχειν

άγρυπνος μεταπράτης και μεσάζοντας συνεπής ανελιπώς και ακαταπαύστως αποδομούμενος και αυτοακυρούμενος ολοένα, ωστόσο, εμφιλοχωρεί όλο και περισσότερο η αμφιβολία ο δισταγμός η υστέρηση του χρόνου και του είναι και λες τότε ρε στάσου να δούμε αν έχει παρακάτω και συνήθως έχει συνήθως λέω γιατί καμιά φορά το παρακάτω είναι γιατί πάντα είναι- πώς να το κάνουμε-  χωρίς να σ' έχει

Η

κάτι αόριστοι και  υπερσυντέλικοι που με βασανίζουν επιλέγω τελικά να κάνω την ανάγκη φιλοτιμία στο εξής θα ξεχνάω που και που θα παραλείπω καμια έγκλιση θα βάζω εισαγωγικά στην ίδια μου την πρόθεση και με χωρίς στίξη θα ξεδιπλώνω παραγράφους με αδιανόητα νοήματα ούτως ή άλλως ούτε είχε ούτε έχει μηδέ θα έχει ποτέ, νυν και αεί μάρτυρας εγώ σιωπηλός του κατακερματισμού σε ειδυλιακούς κήπους στο περιθώριο κρεματορίων παράλογα κοσμημένους με εφησυχασμούς και μετωνυμίες Κύριε ελέησον απονενόησα κι ησύχασα  

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα