Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

ανασκαφές

 μήτε ανάπαυση'
μήτε λυτρωμός
θέλει να ξεχυθεί
από μέσα μου
σαν πιεσμένη λάβα
εξορύσσω σκάβοντας διαρκώς
πνίγομαι μέσα
στα ίδια μου τα εμέσματα
πού είναι τα φύλλα
τα πέταλα
πόσο γρήγορα πέταξε μακριά
το χελιδόνι
ή ακόμα δεν ήρθε
θα ΄πρεπε
να έχω λίγη από
τη θέρμη του κορμιού σου
με φέρνεις στον κόσμο
χωρίς καμία ντροπή
κι ενδοιασμό
τι πιο φυσικό
απ' το να σ' αγαπώ
κι όλο το κορμί
να καταφάσκει
τι πιο σωστό
απ' την πληρότη
[οπου μου φτάνεις
με αίσθηση που σβήνει
το χρόνο
τα λεπτά
καταλύεται
στην αιωνιότητα
των εραστών
τι πιο σωστό
τι πιο ωραίο
τι πιο δύσκολο
 έρχεται φεύγει
σαν φάσμα περνά
κι έπειτα γεμίζεις το ποτήρι
και το γεμίζεις εσένα
μα
πώς πέρασαν μέρες
κι άλλες μέρες
πώς να τιθασευτεί
αυτό το ανοικονόμητο
που κουβαλώ
από γεννησιμιού
ευχή και κατάρα
ν' ανακυκλώνεται
το ίδιο το πάθος
που πέφτει βαρύ πάνω σου
και η αγάπη
μας συνθλίβει χαρωπά
σπαρταρώντας
στα ίδια μονοπάτια
περνώντας ξανά
με άλλη περπατησιά
με βήμα ξέφρενο
ή φοβισμένο
ορυκτό που σχηματίζεται
σταθερά εδώ μέσα
περιμένοντας να έρθει ο καιρός
των ανασκαφών

ένας από τους αγαπημένους soul καλλιτέχνες όλων των εποχών...


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις