Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Περί των τρομακτικά στενών ορίων

"O balsamo de desilusao. Το βάλσαμο της απογοήτευσης. 
Η απογοήτευση θεωρείται κακό πράγμα. Απερίσκεπτη προκατάληψη.  Πώς θα συνειδητοποιούσαμε τι προσδοκούσαμε και τι ελπίζαμε, αν όχι με τη βοήθεια της απογοήτευσης;  Και πώς αλλιώς θα κατακτήσουμε την αυτογνωσία αν όχι μέσω αυτής της συνειδητοποίησης; Πώς μπορεί ο άνθρωπος να δει ξεκάθαρα τον εαυτό του, αν δεν κοιταχτεί πολλές φορές στον καθρέφτη της απογοήτευσης; (...)

Και δε θα τον ενδιέφεραν μόνο οι απογοητεύσεις οι οφειλόμενες στους άλλους ή στις καταστάσεις. Όποιος έχει βρει το μίτο των απογοητεύσεων και τον ακολουθεί  σαν οδηγό στη ζωή του στρέφει το βλέμμα του και προς τις απογοητεύσεις που του δίνει ο ίδιος του ο εαυτός: με την έλλειψη θάρρους ή ειλικρίνειας, ας πούμε ή με τα τρομακτικά στενά όρια που σφίγγονται γύρω από  τα όσα νιώθει, κάνει ή λέει. Τι περιμένουμε τελικά από τον εαυτό μας; Τι ελπίζουμε; Μήπως μια ζωή χωρίς όρια; Μια ύπαρξη εντελώς διαφορετική απ΄αυτήν που ζούμε; 

Ίσως κάποιος έχει την ελπίδα ότι μειώνοντας τις προσδοκίες του θα μπορέσει να τις πραγματοποιήσει πιο εύκολα. Ότι θα συρρικνωθεί σ΄ έναν σκληρό, αξιόπιστο πυρήνα, ικανό να προστατευθεί αποτελεσματικά από τον πόνο της απογοήτευσης. Αλλά τι θ' άξιζε μια ζωή όπου όλες οι παράτολμες και άμετρες προσδοκίες θ' απαγορεύονταν; Μια ζωή όπου θα επιτρέπονταν μόνο κοινότοπες προσδοκίες, όπως, ας πούμε, να περάσει το λεωφορείο;" (Μερσιέ, 2006, σ. 293-294)

Μερσιέ Π. (2006) Νυχτερινό τρένο για τη Λισαβόνα, Ψυχογιός, Αθήνα   

Απόψε με δάνεια λόγια, όχι επειδή στερέψαμε, αλλά επειδή είναι τόσο ανησυχητικά εύστοχα και εύγλωττα.
Coldplay, VIVA !!!! Δώσε γκάζια, μωρό μου !!!!!!


   

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

Σε λέω ζωή

Αν αυτό δεν είναι ζωή τότε τι είναι  ζωή μου πες μου, απ' αυτό πιο πολύ αν το κορμί δεν έχει ψυχή τότε κουφάρι σκέτο έν' άδειο κάδρο, μια χλαλοή αν το χάδι δεν  έχει καρδιά πώς θα καιγόμασταν πες μου πώς τ άγγιγμα σου δεν θα ταν φωτιά  αν το φεγγάρι ένας δίσκος κενός τότε η αγάπη ένας ήλιος  σβησμένος, ήλιος νεκρός αν τα λόγια είναι 'μήπως' και 'αν' πως να πιστέψεις αν λέω όσα δεν λέμε μόνο μετράν αν η σιωπή  δεν είναι στάλα χρυσή τότε οι σιωπές μας φωνάζουν όσα δε λέμε κι οι δυο μας μαζί κι αν τα χρόνια μας περνάνε γοργά τότε να λες 'σ' αγαπώ' να το λες η αγάπη μένει στερνά