Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

δύσκολο εγώ

κάνοντας κύκλους
όλο και πιο ακανόνιστους
τρεκλίζοντας
και χάνοντας το κέντρο
η σβούρα
σωριάζεται χάμω
χοντρή κι ασήκωτη
ενώ με χάρη
έφερνε γύρους
σαν μπαλαρίνα
και τώρα
μια μάζα πλαδαρή
κι ασύνταχτη
μέρα τη μέρα
βαραίνοντας
κι ένας ουρανός
σκοτεινός σαν δαίμονας
προσπάθησα
να συεννοηθώ
να καταλάβω τη γλώσσα
έγινα ένας
έγινα πολλοί
γίνομαι κανένας
την ώρα που
ένα ένα
τα παράθυρα
βυθίζονται στο σκοτάδι
και ζωές και ψυχές
επιπλέουνε μέσα
σ' αυτή τη σκοτεινή
ακύμαντη λίμνη
το αίμα παγώνει
κι η επιθυμία ύπουλα
κυκλώνει
απωθώντας
τη λύτρωση του ύπνου
απωθώντας εμένα
εσένα
που δεν σ' έχω
και δεν σ' είχα
γλιστράνε επάνω μου
τα πλοκάμια του πόθου
και με πνίγουνε
να σηκωθώ
ν' αρπάξω το τηλέφωνο
για βοήθεια
ν' αγγίξω
νιώθω και δεν νιώθω
πόσα ανερμάτιστα βράδια
νοσταλγία
και κούφια λαχτάρα
πιάνομαι
μέσα στη παγίδα'
που στήνω ο ίδιος
ξυπνώντας χωρίς να ξέρω
για λίγο
αν γύρισα
και πού
γραμμή στη βρύση
να σουλουπώσω
αυτό το χλιαρό πράμα
για μία ακόμα
αναίτια προσπάθεια
να σταθώ
εγώ
κι όχι
σαν να 'μαι εγω












Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις