Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Οικεία κ αναπάντεχα

αυτά που αγαπάμε
είναι η ασφάλεια
που έχει κανείς
ότι
δεν περιφέρεται χαμένος
σε μια άγνωστη τροχιά
δίχως λόγο
τα μικρά
ανεπαίσθητα πράγματα
που λες ζωή
το μαντήλι που άφησες
επάνω στον καναπέ
μαζί με την τσάντα και τα κλειδιά
ο τρόπος που βγάζεις
το παντελόνι σου
με γυρισμένα τα μπατζάκια
το πώς τρέχεις
επάνω στο κρύο δάπεδο
ξυπόλητη
και χαρούμενη
και κυρίως
η μοναδική ευκαιρία
που μου δίνεται
ν αποτυπώσω
ξανά και ξανά
το γεμάτο περίγραμμα'
των χειλιών σου
αυτό που εγώ μόνο
μπορώ
από τόσο κοντά
που νομίζω πως
ονειρεύομαι
κι όταν
πρέπει να σηκωθούμε
τότε,
τότε είναι που
με ζαλίζει ο κόσμος
κι αυτή η φυγή
είναι που θέλω να τρέξω
να έρθω πίσω
να κλωθογυρίζω
γύρω σου
μέσα σου
να σε κλείνω
με τα χέρια μου
σ' έναν κύκλο
τρυφερότητας κι οικειότητας
και πάλι όλα αυτά
να με κάνουν να νιώθω
ξαφνικά
τόσο ευγνωμοσύνη που
να είναι τόσο ευχάριστα
πράγματα όπως
μια βόλτα με τον ηλεκτρικό
μια θέση στο λεωφορείο
δίπλα απ' τη γυναίκα
με το μαντήλι
που θηλάζει
η βραδινή υγρασία
που θέλω να διώξω
και το νερό που
ξεχασμένο στα πόδια μου
έχει παγώσει το πρωί
όλα τόσο οικεία
όλα τόσο αναπάντεχα
κάθε φορά...

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις