Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Η δική μου λήθη

Θα σε ξυπνούσα απαλά
για μια φορά να σμίγαμε μονάχα
γυμνοί στη θάλασσα
πριν την αυγή
Στων κορμιών μας τις χίμαιρες νύχτες
με τα χέρια σφιχτά αγκιστρωμένα
Στον έρημο κόσμο
παραδομένοι. Στου Σείριου
την ξέμακρη λάμψη
για παντα ξεχασμένοι

Θέλησα να κεντήσω το σώμα σου
με τη διάφανη της άλμης αψάδα
Κει στης ακτής τα πρωτόφαντα όνειρα
με τις εκλάμψεις των κύκνειων άστρων

Και συλλογίστηκα πολλές φορές
Και παραδέχτηκα άλλες τόσες:
Αναρίθμητα σώματα
Φιλιά που δεν δόθηκαν
Λόγια που δεν ειπώθηκαν
Στερνά αντίο που δεν
τα πήρε το κύμα
Τα μαλλιά σου
που δεν ανέμισαν
λυτά στ' ακρογιάλι

Σε είπα "λήθη"
Από καιρό πριν σε είχα ξεχάσει
μα σε περίμενα πάντα θαρρείς
Με την κρυφή αγωνία του πόθου
Και ήταν όλα ξανά ειπωμένα
Χωρίς φωτιά, χωρίς ανάσες που καίνε
Χωρίς σημάδια από ξένα φιλιά
Και ήταν όλα καλά σκεπασμένα
με υποσχέσεις βαριές, σκοτεινές
που δε μιλάνε γι' αλήθειες παλιές

Μονάχα σκόνη και λέξεις βουβές

Μονάχα λήθη
και σκόρπιες σιωπές


  

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις