Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

ξωτικό της Καρόλου

έφευγε μακριά
χωρίς επίγνωση της απόστασης
κάποια στιγμή
η ορμή λιγοστεύει
ο θυμός ξεθυμαίνει
έπεται η αξιολόγηση
τσεκ ένα
τσεκ δύο
και βλέπεις σωρό
τα κενά κουτάκια
σαν ληξιοπρόθεσμα δάνεια
σαν κάτι διαμαρτυρημένα\
απλήρωτα γραμμάτια
η οικονομική ζωή\
είναι αίφνης\
γεμάτη ειρωνεία
και πήγαινε πήγαινε
ούτε πού κοίταζε μπροστά\
μήτε και πίσω
μόνο σκυφτά στο κάθε βήμα
ένα ένα τα πλακάκια
μια OCD σε ανακύκλωση
μια ζωή ταξινομημένη σε κάδους
τα παλιά  όνειρα χοπ! εδώ
οι ληγμένες προσδοκίες, 
χοπ! εκεί
όμορφα όμορφα
μόνου που\να
κάτι του περίσσευε
και γέμιζε τις τσέπες του
με χαρτιά ντεμοντέ
σκονάκια 
κι άλλα σκατολοϊδια
τυλιγμένος σ' ένα λερό σεντόνι
άντε τώρα να του πεις
πέταξέ τα
άντε να του πεις
πέτα
πού να βρει πλέον
τη δύναμη\
πού το κουράγιο
έτσι μετρούσε τις πλάκες
μία μία
και φώναζε σαν "βοήθεια"
στα περαστικά αυτοκίνητα
έτσι κι εγώ
είδα αυτό το λερό ξωτικό
και- τι ντροπή- 
άπλωσα το χέρι
να κλειδώσω τις ασφάλειες
μην μου τύχει και πάρω
άθελά μου κούρσα
τη μπόχα της εγκατάλειψης
το συριστικό βλέμα της τρέλας
το προεόρτιο του θανάτου
εγώ κλείδωσα
κι εκείνος πέρασε\
τυλιγμένος τ άσπρο σεντόνι
σαν λερωμένο σάβανο
στη μαύρη άσφαλτο
σαν φτερά εκπεσόντος
πάτησα γκάζι
έφυγα
ηττημένος



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις