Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Το καπέλο


Το καπέλο
αφημένο επάνω στο τραπέζι
χρόνια τώρα
περιμένει 
οι καλύτερες μέρες
πάντα συνομιλούν με την προσμονή
πάρε με στα χέρια σου
σκίασέ με
φύλαξέ με 
σαν παράξενη λεία πέτρα
γλιστράω επάνω
στην επιφάνεια των πραγμάτων
που συμβαίνουν τώρα
έξω από μένα
έχω απαλλαγεί, ευτυχώς,
από κάθε ματαιοδοξία
τώρα θα σηκώσουμε
τα μικρά πανιά
δεν θέλω να φτάσω μακριά
δεν ζήτησα αποστάσεις
μα ούτε και τάχα μου
υπεράνω
άσε τους υπερφίαλους
ψημιθιοθήρες
πόσο έχω κουραστεί
απ' όλα αυτά
σαν σκιερή ανάμνηση
να ξεχαστώ
αυτή η υπέρτατη φιλοδοξία μου
κι ας προσπεράσουν οι μεγάλοι
ας κυλήσουν οι ώρες
ανεπαίσθητα κι ειρηνικά
χωρίς δόγματα
και εξάρσεις
νικηθήκαμε και τι έγινε
ποιος αλήθεια νοιάζεται 
σβήσε το φως
το σκοτάδι ειρηνεύει
κι εξισώνει
κάθε παράφορο αίσθημα
με το ελαφρύ θρόισμα
που ταξιδεύει
μέσα από ανοιχτά παράθυρα
κατευθείαν
στο γυμνό σώμα
που παίρνει το περίγραμμά του
απ' τις σκιές που γλιστρούν στον τοίχο
σαν περαστικοί αρχάγγελοι
διακριτικό ρεύμα
διαπερνάς τας ψυχάς ημών






Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις