Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Οριστικά

Φύσηξε ο λεβάντες και τα σύννεφα διαλύθηκαν*
στο σπίτι ετοιμαζόταν το τραπέζι
όλοι πήραν τις θέσεις τους
η γάτα γουργούριζε γύρω
ήταν μία Κυριακή
όπως όλες
το πρωί πέρασα από τον Αη Δημήτρη
το σκηνικό στήνονταν για μία βάφτιση
ελάτε να παίξουμε τους ρόλους μας
να εγώ θα βάζω τα καλά μου
από δω και πέρα
ποτέ δεν ξέρεις
περιμένοντας αυτή τη στιγμή
έξω απ' την παρένθεση
περπάτησα τη γνωστή διαδρομή
σταμάτησα στα μισά για καφέ
πρόσχημα ήταν
η κύστη πίεζε
πρέπει πια να φροντίζουμε περισσότερο
πρέπει πια να φροντίζουμε λιγότερα
ξέρουμε τώρα
όχι άλλες άσκοπες περιπλανήσεις
όχι σκοτεινές αποστάσεις
επιστροφή
το φθινόπωρο είναι επιστροφή
να μικραίνουν οι μέρες
να ξεκουράζονται οι σκέψεις
να ξεχνιούνται οι ανησυχίες
την ώρα που πλαγιάζουμε
το μικρό απόγευμα
με τον λύχνο των πρώτων φώτων
μια αγκαλιά ο χρόνος
πριν πετάξουμε οριστικά

* Carlos Fuentes (2007), Κονστάντσια και Άλλες Ιστορίες για Παρθένους, Εκδόσεις Άγρα




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Κερνάω

Καλό είναι να θυμάσαι από καιρού εις καιρόν την έβδομη σφραγίδα  του Μπέργκμαν Ποτέ δεν ξέρεις αν ο τύπος αποφασίσει να τερματίσει την παρτίδα κι αυτός ο ηθοποιός βρε παιδί μου τι όνομα Έκεροτ κάτι ανάμεσα σε 'Εκτορα και Κέρβερο ο ορισμός του τελειωτικού του οριστικού του μη αναστρέψιμου βάλε ουίσκι διάολε κερνάω

Αναπάντεχα

Είμαστε οι άλλοι πετάω ένα ένα από πανω μου τα αποφόρια που φορτώθηκα στο δρόμο και πάλι ξύνω κάτω από το δέρμα ένα στρώμα εσύ ένα παλίμψηστο αυτοί θέλοντας και μη προχωράμε όλοι μαζί καταπίνοντας όλη την απέχθεια συγχρωτιζόμενος εσμός ημών και υμών με φθίνον σθένος μέρα τη μέρα κοντινοι προορισμοί μου που δεν πρόκειτα να σας φτάσω συντρίβοντας πάνω στην πέτρα το δέρας της υποκρισίας το τέρας της αλαζονείας ανακαλυπτοντας ένα πρόσωπο οικείο και ξένο αλλοιωμένο στο εσύ ξαναγενημένο  στο άγνωστο εγώ δικό μου και δικό σου αληθινό και έντεχνο αναπάντεχο και από πάντα αναμενόμενο

Σε λέω ζωή

Αν αυτό δεν είναι ζωή τότε τι είναι  ζωή μου πες μου, απ' αυτό πιο πολύ αν το κορμί δεν έχει ψυχή τότε κουφάρι σκέτο έν' άδειο κάδρο, μια χλαλοή αν το χάδι δεν  έχει καρδιά πώς θα καιγόμασταν πες μου πώς τ άγγιγμα σου δεν θα ταν φωτιά  αν το φεγγάρι ένας δίσκος κενός τότε η αγάπη ένας ήλιος  σβησμένος, ήλιος νεκρός αν τα λόγια είναι 'μήπως' και 'αν' πως να πιστέψεις αν λέω όσα δεν λέμε μόνο μετράν αν η σιωπή  δεν είναι στάλα χρυσή τότε οι σιωπές μας φωνάζουν όσα δε λέμε κι οι δυο μας μαζί κι αν τα χρόνια μας περνάνε γοργά τότε να λες 'σ' αγαπώ' να το λες η αγάπη μένει στερνά