Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Χαρταετοι

 στο πατάρι
έχω έναν χαρταετό
χρόνια τώρα παρατημένο
μετά από προσπάθειες
πολλές αποτυχημένες
αποδέχθηκε πια τη μοίρα του
δεν πρόκειται να υψωθεί
στροβιλιζόμενος
στους αιθέρες
έτσι λένε
έτσι φαίνεται
έτσι μάθαμε
ωστόσο
αύριο
πριν να είναι πολύ αργά
λέω να σηκωθώ πρωί
να πιω έναν καφέ σκέτο
να δέσω τα ζύγια μου
να πάρω φόρα και
να πετάω γελώντας
μαζί με τους κόκκινους, κίτρινους
πράσινους και μπλε φίλους μου
θα ναι ωραία αν
με δέσεις με μπόλικο σπάγγο
έτσι
καθώς με κύκλους στην αρχή
ίσια μετά
όλο και θ΄ανεβαίνω
μεθώντας με την ίδια μου 
την έξαψη
έπειτα λέει
να δώσει μια ριπή
και να με πάρει απ' το χέρι σου
κι όλο στα σύννεφα
ψηλά και θαρρετά
να γίνομαι νερό κι αέρας
κι έπειτα 
όταν τ' απόγευμα θα παίρνει να βαραίνει
να πέσω πάνω στο μέτωπό σου
σαν ψιλή βροχούλα
όλα καλά
το πρόβλημα είναι
χρειάζομαι εκατό μέτρα σχοινί
κι ένα χέρι σταθερό
να με σηκώσει
να με διαλέξει
απ' το σωρό
με τους άλλους παλιούς
ξεχασμένους χαρταετούς

Ακόμα μία απόδειξη ότι ο Bach είναι εντελώς rock






Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις