Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Σύνταγμα, τι;

Σύνταγμα. Κυριακή 28 Απριλίου του εθνοσωτηρίου έτους 2013. Ώρα 18:30 μ.μ. Η πλατεία ήτανε άδεια. Έλα, μωρέ, σκέφτεσαι, θα φταίει η ζέστη ή και η Κυριακάτικη ραστώνη. Ως συνήθως, θα ξεκινήσουν όλοι καθυστερημένα. 

Ώρα 19:30 μ.μ. Δεν μπορεί, μοιάζει πολύ σουρεάλ για να είναι αληθινό. Κάποιος γκρινιάζει: "Καλά, κλείσανε το μετρό για 200-300 άτομα που μαζεύτηκαν εδώ; "  ή "Ξέρεις ρε, τι είναι σήμερα; Γίνεται κάτι;"

Πράγματι, αυτό που συμβαίνει δεν μοιάζει να μας αφορά. Μάλλον αφορά σε άλλη χώρα, σε άλλους υπηκόους και όχι στον υπερήφανο, ανεξάρτητο, ακατάβλητο λαό μας.  Ξαφνικά, μοιάζει να πάθαμε μαζική επιλεκτική αμνησία. Και τι έγινε που το 10% των παιδιών σε δημοτικό και γυμνάσιο υποσιτίζονται;  (δημοσίευμα N.Y. Times http://www.nytimes.com/2013/04/18/world/europe/more-children-in-greece-start-to-go-hungry.html?_r=1&)  Τι έγινε που η επίσημα καταγεγραμμένη ανεργία "έφτασε" στο 27,2% τον Ιανουάριο, έναντι κοινοτικού μέσου όρου 10,9% (ΕΕ 27);
(http://epp.eurostat.ec.europa.eu/tgm/table.dotab=table&language=en&pcode=teilm020&tableSelection=1&plugin=1) Τι έγινε που ένας νέος κάτω των 25 είναι καταδικασμένος να "ζήσει" με πλαφόν (!) τα 430 €, αν θέλει να του κάνουν τη χάρη να λέγεται εργαζόμενος, διαφορετικά στη γωνιά του με τους ανέργους, όπως μας πέταξε εν ψυχρώ στα μούτρα ο κ. Στουρνάρας; Τι έγινε, ντε,που η ίδια η ανεκδιήγητη υφυπουργός υγείας ομολογεί ευθαρσώς την προϊούσα διάλυση του τομέα της δημόσιας υγείας, ρίχνοντας μάλιστα το μπαλάκι στον υπουργό; Τι έγινε που πρέπει να θυσιαστούν 15.000 Ιφιγένειες στην ποδιά των καλών δανειστών μας, προς συμμόρφωσιν και παραδειγματισμόν ημών των υπολοίπων - και έπεται συνέχεια- όπως μετά παρρησίας και εθνικής υπερηφάνειας άστραψε και εβρόντησε από το βήμα της Βουλής η εθνοσωτήρ  κ. Πατριανάκου;

ΟΚ, Το παίζουνε καλά το έργο της γκεμπελοπροπαγάνδας τα κυρίαρχα μέσα όλα αυτά τα χρόνια:  Ο κακός δημόσιος τομέας φταίει για όλα. Σήμερα οι επίορκοι, τεμπέληδες δημόσιοι, χθες οι άχρηστοι δάσκαλοι και καθηγητές, αύριο η μια επαγγελματική ομάδα εναντίον της άλλης και όλοι μαζί προς χάριν και διάσωση του συστήματος, στο βωμό του "διαίρει και βασίλευε".

Ώρα 20:30 μ.μ.  Το πολύ 1.000 άνθρωποι στην πλατεία. Καβαλάω το ποδήλατο και αρχίζω να κατεβαίνω την Ερμού προς Μοναστηράκι και Γκάζι.  Οι δρόμοι και τα κέντρα γεμάτα. Έτσι μπράβο! Εμπόριο να γίνεται. Και τι με νοιάζει εμένα, βρε αδερφέ. Άσε τους άλλους εκεί επάνω τους γραφικούς, τους αργόσχολους τους δημόσιους.

Δεν το θέλω, αλλά φοβάμαι ότι μέρα  τη μέρα επιβεβαιώνουμε τον Gramsci, περί της αδιαφορίας. Μέρα τη μέρα έρχεται όλο και πιο κοντά η "λύση" του εθνοσωτήρα, του "πατερούλη", του προστάτη του λαού, ερήμην του λαού. Ερήμην, ή με τη σιωπηρή ανοχή, αν όχι την υπόρρητη επίκληση του "σωτήρα";  Με τη μονίμως βολική εκχώρηση της ευθύνης της λύσης στους "άλλους"; Με τη μονίμως βολική  μίζερη γκρίνια κατά πάντων εκτός εαυτών;  Με τη μονίμως παιδική απόσειση της προσωπικής ευθύνης;

"Είμαι ενταγμένος, ζω, νιώθω ότι στις συνειδήσεις του χώρου μου ήδη πάλλεται η δραστηριότητα της μελλοντικής πόλης, που ο χώρος μου χτίζει. Και μέσα σ' αυτήν την πόλη η κοινωνική αλυσίδα δεν βαραίνει τους λίγους, μέσα σ' αυτήν κάθε συμβάν δεν οφείλεται στην τύχη, στη μοίρα, μα είναι ευφυές έργο των πολιτών. Δεν υπάρχει μέσα σ΄αυτήν κανείς που να στέκεται να κοιτάζει από το παράθυρο ενώ οι λίγοι θυσιάζονται, κόβουν τις φλέβες τους. Ζω, είμαι ενταγμένος. Γι' αυτό μισώ αυτούς που δεν συμμετέχουν, μισώ τους αδιάφορους"
(Gramsci A. (1966) Piove, governo ladro [Βρέχει, κλέφτες κυβερνήτες], ανακτήθηκε από: http://enthemata.wordpress.com/2013/03/10/gramsci/) 





Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

Χειροκρότημα

δεν πρόσεχε όλο πατούσε σε κάτι κενά κάτι ρωγμές άηχες ένα φάσμα άπλωνε άρρωστο φως έβρεχε σκόνη λέγανε πως θα περάσει υπομονή είναι ζήτημα... εξαρτάται απ' το μέτρο σύγκρισης για άλλους ένα κλείσιμο του ματιού για άλλους μια ζωή θα περάσουν όλα δεν θα σκέφτεσαι πια αν και ίσως κι εφόσον ο μαστρωπός χρόνος ασελγεί στο ανυποψίαστο σώμα παρατάσεις και παραστάσεις ο πιανίστας σκύβει επάνω από το κύμβαλο κι αναμετράται με το φοβερό κενό των παύσεων πριν το τελειωτικό χειροκρότημα