Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Τιμισοάρα 2013

Τιμισοάρα, Ρουμανία, 9 έως 11 Απριλίου 2013. Αποστολή στο πλαίσιο συνάντησης εμπειρογνωμόνων για θέματα εκπαίδευσης ενηλίκων, υπό την αιγίδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Γενικής Γραμματείας Εκπαίδευσης και Πολιτισμού. Περισσότερες πληροφορίες για το τεχνικό μέρος της συνάντησης στον σύνδεσμο: http://www.eoppep.gr/images/Anakoinwseis/REPORT_PLA_TIMISOARA.pdf 

Σε αυτή την ανάρτηση ένα μικρό οδοιπορικό στην πόλη της Τιμισοάρας. Στην πόλη που δεν θέλει να μνημονεύει το πρόσφατο παρελθόν της, ως λίκνο του ανύπαρκτου σοσιαλισμού κι όμως σε κάθε βήμα της στο θυμίζει: μεγάλα εμβληματικά πάρκα, φαρδιές λεωφόροι, ποδηλατόδρομοι, άνετες συγκοινωνίες, πανεπιστήμια, πολυτεχνείο, εθνικό σύστημα υγείας, κλασική μουσική, Μπέλα Μπάρτοκ, Βιβλιοθήκη της Ορθόδοξης Αρχιεπισκοπής. Αλλά και με τις άχαρες, καφε- γκρίζες, τερατώδεις πολυκατοικίες, που στεγάσανε και στεγάζουν τα όνειρα των προλετάριων, των μειονοτήτων, των Ρομά για μια καλύτερη ζωή, μακριά από τους λασπόδρομους της επαρχίας.

Από την άλλη, τα "προάστια" με τους χωματόδρομους, τα λιγοστά μαγαζιά, τα παντοπωλεία, τα επαρχιακά καφενεία, τις απέραντες εκτάσεις με τα αμπέλια, την κτηνοτροφία, τη ράθυμα καθημερινότητα, την αξιοπρεπή φτώχεια. Την αυτάρκεια του λίγου αλλά πολύτιμου. Την παράδοση, τα αυστηρά ήθη, την πατριαρχία και την ασφυξία του χωριού (πού πήγαν οι νέοι και οι νέες;) 

Μετά, αίφνης, το ιστορικό κέντρο. Μπαρόκ, βαρύ κι ασήκωτο, μνημειακού τύπου κτίσματα, μουσεία, εγκατελελειμμένα ή ανακαινιζόμενα κτήρια.  Ο επιβλητικός καθεδρικός ναός των Τριών Ιεραρχών, μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς με το μυθώδες ξυλόγλυπτο τέμπλο. Οι μεγάλες λιθόστρωτες πλατείες. Η πρόσφατη μνήμη της "επανάστασης" της 20ης Δεκεμβρίου 1989. Και προς "επίρρωσιν" της μετεπαναστατικής πορείας της χώρας η σωρεία των ελληνικών τραπεζών, ο "Γερμανός", η Cosmote, business as usual - μόνο που εμείς εδώ βουλιάξαμε, αδέρφια - μετακομμουνιστές στη μετακαπιταλιστική νιρβάνα της καταναγκαστικής - καταναλωτικής μαλακίας μας.    

Τιμισοάρα, των αντιθέσεων. Της φτώχειας και του 2% της ανεργίας. Της αναδυόμενης γκλαμουριάς και του λούμπεν των καταλήψεων. Της αναγεννημένης Dacia και των BMW της νεοφιλελεύθερης αρπαχτής. Των Βαλκανίων και της πύλης στην ευρωπαϊκή δύση.  Τιμισοάρα, της Αντριάνας που δεν πρόλαβα να γνωρίσω όσο θα ήθελα. Τιμοσοάρα, που έχουμε κάτι κοινό, κάτι σαν από χαμένο χρόνο που δεν ξανακερδίζεται 





Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

Χειροκρότημα

δεν πρόσεχε όλο πατούσε σε κάτι κενά κάτι ρωγμές άηχες ένα φάσμα άπλωνε άρρωστο φως έβρεχε σκόνη λέγανε πως θα περάσει υπομονή είναι ζήτημα... εξαρτάται απ' το μέτρο σύγκρισης για άλλους ένα κλείσιμο του ματιού για άλλους μια ζωή θα περάσουν όλα δεν θα σκέφτεσαι πια αν και ίσως κι εφόσον ο μαστρωπός χρόνος ασελγεί στο ανυποψίαστο σώμα παρατάσεις και παραστάσεις ο πιανίστας σκύβει επάνω από το κύμβαλο κι αναμετράται με το φοβερό κενό των παύσεων πριν το τελειωτικό χειροκρότημα