Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αλόννησος Μέρος ΙΙΙ (και τελευταίο): Μηλιά - Κοκκινόκαστρο - Χρυσή Μηλιά - Τζώρτζη Γιαλό - Λευτό Γιαλό - Αγ. Πέτρος- Αγ. Δημήτριος - Γέρακας - Μηλιά- Επιστροφή

 Κι όμως, είναι νησί, ένα κατάφυτο νησί, όλο πίτυες (θυμηθείτε το Σίνη τον Πιτυοκάμπτη από τη μυθολογία), ευλογημένες ελιές κι αμπέλια
 Μηλιά, διάφανα νερά και νεροτσουλήθρες για δροσερή διασκέδαση
 Για του λόγου το αληθές...
 Εμπρός για Κοκκινόκαστρο...
 Η συντρόφισσά μου στο ταξίδι
 Και το Κοκκινόκαστρο, όνομα και πράγμα ως προς το πρώτο συνθετικό, τουλάχιστον
 
 Ουπς, να και οι ομπρέλες στη Χρυσή Μηλιά (ελάχιστες, πάντως σε όλο το νησί- άμποτε να παραμείνει έτσι)
 "Κι εγώ σαν γέρικο σκυλί μες το λιμάνι..."  (Διάφανα Κρίνα)
 "Θα πεθαίνω στο πλάι σου"
 Όρτσα, για Λευτό Γιαλό
 Όταν κοιτάς από ψηλά...
 Pebbles...
 Πράσινο και γαλάζιο, σκέφτεστε καλύτερο συνδυασμό;
Καταμεσήμερο σε μια γωνιά στον παράδεισο - αφήστε με εδώ εμένα 
 Διάφανο φως, καμπύλες και ορίζοντας
 
 Στο δρόμο για τον Άγιο Πέτρο (όχι τον γνωστό)
 Κατεβαίνω μονοπάτια, ανεβαίνω ανηφοριές
 Ο Αγ. Πέτρος ξεχασμένος από τους ανθρώπους
 Ποιο δρόμο να διαλέξω;
 Από τον Αγ. Πέτρο στον Αγ. Δημήτριο
 Έϊ, καπετάνιε, υπάρχει χώρος και για μένα;  
 Καθ' οδόν προς το βορινό άκρο (Γέρακας)
 Απέναντι, το νησάκι Περιστέρα
 Φώκιες, πάντως, δεν συναντήσαμε
 Ο Γέρακας, το ακρώτατο βορινό όριο: Έχει και γεράκια και κατσίκια. Εκεί, στη μοναδική καντίνα συνάντησα τον μικρό Κωνσταντίνο από το Βόλο, ενώ με τον παππού καντινιέρη πίναμε μπύρες
 
 Πίσω ξανά μια στάση στη Μηλιά για μια δροσερή βουτιά πριν το τέλος της μέρας
 
 Τελευταίες εικόνες, ενώ "παίρνουν τ' απόσκια", που λέμε και στο χωριό μου.
 Κλείνουμε μέσα μας τον ήλιο και σιγά- σιγά παίρνουμε το δρόμο της επιστροφής...

 





Τι κι αν μικρή 'ναι η βάρκα μας 
του πόντου οδοιπόρος
πρίμα κυλά στα μπάρκα μας
γοργός  "θαλασσοπόρος"
'Ωρα αναστοχασμού. Ώρα επιστροφής, μέχρι το επόμενο ταξίδι.
Καλό δρόμο, συντρόφισσες και σύντροφοι...


 
 
 
 
 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

Σε λέω ζωή

Αν αυτό δεν είναι ζωή τότε τι είναι  ζωή μου πες μου, απ' αυτό πιο πολύ αν το κορμί δεν έχει ψυχή τότε κουφάρι σκέτο έν' άδειο κάδρο, μια χλαλοή αν το χάδι δεν  έχει καρδιά πώς θα καιγόμασταν πες μου πώς τ άγγιγμα σου δεν θα ταν φωτιά  αν το φεγγάρι ένας δίσκος κενός τότε η αγάπη ένας ήλιος  σβησμένος, ήλιος νεκρός αν τα λόγια είναι 'μήπως' και 'αν' πως να πιστέψεις αν λέω όσα δεν λέμε μόνο μετράν αν η σιωπή  δεν είναι στάλα χρυσή τότε οι σιωπές μας φωνάζουν όσα δε λέμε κι οι δυο μας μαζί κι αν τα χρόνια μας περνάνε γοργά τότε να λες 'σ' αγαπώ' να το λες η αγάπη μένει στερνά