Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

παιδιπουκλαειστηναποβάθρα

παιδί που κλαίει γοερά στην  αποβάθρα  στην αγκαλιά της μητέρας του 18:14 μ.μ. πέρασαν χρόνια κραυγάζοντας σιωπές τώρα σε ποιον κόρφο άγνωστοι περνούν χτυπάν φιλικά στον ώμο πατ πατ θα περάσει και περνάει πέρασε κλικ μην ξεχάσω  να πάρω τα χάπια μου και ξέχασε
Πρόσφατες αναρτήσεις

Νέωνε Χριστουγέννωνε

Προσπαθώ να βρω το μείζον σιχτιρίζων και αφρίζων να 'χα μια σταλιά μυαλό λογική μου στο καλό Κι απ΄την άλλη δεν βαριέσαι και να κλαις και να χτυπιέσαι αχ, η νιότη να ταν κι άλλη μία χίμαιρα μεγάλη Τις ευχές πώς τις φοβάμαι δεν ελπίζω δεν θυμάμαι Χριστουγέννωνε χαμός τόσο σκότος μες το φως Πάμε για τη συναυλία εν χορδαίς και εν οργάνω της κιθάρας μου οι τόνοι η αλήθεια που με σώνει Πώς τελειώνει τώρα αυτό μια κυλάει μια κολλάει αν απάντηση δεν βρω, "όπως άρχισε", θαρρώ

Τωρα

Δεν έβγαινε στη βεράντα πλησίαζε ο καιρός το ήξερε ότι δεν θα είναι για πάντα κι ωστόσο είχε ήδη προσαρμόσει την όραση ώστε να καλύπτει μόνο το εγγύς για τ' άλλα κάποια άλλη φορά τουτέστιν ποτέ ματαίως προσπαθούσαν και με μαγγανείες διάφορες και με προσφορές να του αποσπάσουν ένα βλέμμα που να εφάπτεται του ορίζοντα δεν είχε πια θάλασσες λιμάνια και τσιμινιέρες στα Λιπάσματα τώρα κουκουλιαζότανε στο στενό τριάρι του Αγίου σμικρυνόμενος  σε μία κυτταρική δομή καμιά φορά μόνο στην ταράτσα απλωμένα ρούχα και φωνές στη λαϊκή ξέφευγε καμιά ματιά προς την Ελευσίνα ή τον Λυκαβηττό όπου ανέβαινε έφηβος με τα πόδια και τη σκέψη σε ένα άγνωστο μέλλον τώρα υπερίσχυε το απαιτητικό παρόν τώρα ήταν όλα για μετά δεν ήξερε τίποτα

Concierge

οι νεκροί καγχάζουν γνωστό αυτό χωρίς καμία μνησικακία αναπαυμένοι στη μακάρια ακινησία των ο θυρωρός κάθεται στο γραφειάκι και επιβλέπει την είσοδο και την έξοδο προσμετρά τις διαθέσεις των ενοίκων από τον ήχο των βημάτων τους απ' το παίξιμο των κλειδιών στα χέρια ορά διαρκώς αυτή είναι η αποστολή του και την εκτελεί μ' αξιοθαύμαστη επιμέλεια και τάξη κυρίως αυτό η τάξη πρέπει να τηρείται τα εισερχόμενα στα εισερχόμενα και τα άλλα στην άλλη θυρίδα καταμετρά του καθενός τις εισροές και εκροές δοσιμετρητής της λίγης χαράς και των ισόποσων δακρύων όταν όλοι θα έχουν πια τακτοποιηθεί κι ένα ένα τα φώτα θα σβήνουν τα ρολλά θα κατεβαίνουν αφού κλειδώσει ήσυχα και προβλέψιμα θα κατευθυνθεί κι αυτός στο μικρό υπόγειο διαμέρισμα για να λάβει την πρέπουσα ανάπαυση εις την μακαρία ζωή ένθα απέδρα ό,τι συνέρρεε καθ' εκάστην

κι αν

κι αν έχω λίγο λιγότερη καρδιά θα μπορώ ν' αγαπώ το ίδιο μόνο με μια μικρή υστέρηση στην πλήρωση\ ούτε που θα το νιώσεις κι αν μένω λίγο πίσω μην με προδώσεις θα ναι το δάκρυ μου μια τόση δα αναπλήρωση που στην αγάπη είχε καθυστέρηση κι αντέχω μέσα στην τόση ομορφιά που μου 'γινε η ζωή συνήθειο μόνο που με βαραίνει η απόσταση κι αλίμονο είναι μακρύς ο ανήφορος κι αν ξαποστάσω μην με περάσεις μα δος μου χρόνο ακόμα λίγο μόνο να βρει ό,τι μου λείπει υπόσταση

Depot

Έμεινα σαν αδειανό βαγόνι που με παράτησαν  με ξεχαρβαλωμένους μεντεσέδες χορταριασμένο κουφάρι μ ετοιμόροπη οροφή και σάπιο πλαίσιο έφυγαν και μ' άφησαν να χάσκω στο χάος κάπου στο βάθος βάζοντας αλυσίδες στις πόρτες αλλά και πάλι αφήνοντας μια χαραμάδα αρκετή για να περνάνε μέσα λάθρα χασομέρηδες και τυχάρπαστοι με σκυλεύουν έτσι κάπου μισό αιώνα και πέρα πόση φθορά αντέχει η αθανασία πόσο άχθος η λησμονιά πόση ερημιά η περιφορά στον κόσμο

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία