Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

αοριστία

περπατούσα σε μiα στοά
κι όλα ένα γύρω κρημνίζονταν με πάταγο
αγάλματα και πλάκες ένα σωρό
εκσφενδονίζονταν ανηλεώς
δεν είχα πού να προφυλαχθώ
έτσι έσκαβα βαθύτερα
έφτασα εκεί που  δεν υπήρχαν
ούτε λόγια ούτε σκέψεις
ένα βήμα 
πριν το τέλος του χρόνου
καταλάβαινε κανείς ότι ο κόσμος
δεν είναι απέραντος
κι ότι μετά το όριο
δεν θα είχε πια
καμία σημασία
τίποτα κανένας ουδήποτε
γαλήνη
κι ο δρόμος ήτανε τραχύς
περνούσε μέσα από φυλλωσιές πυκνές
και πέτρες σαν λεπίδες
ένας αόρατος Αμαζόνιος
κατέκλυζε όλα
οι μέρες ατέλειωτες
οι νύχτες βασανιστικές
δεν ανέχονταν το ίδιο το σώμα τους
αγαπώντας και τιμωρώντας
ίσα κι όμοια
σε ισόποσες δόσεις
η ηδονή κι η οδύνη
όλα σαφώς και σοφά
ακριβοδίκαιη αδικία
που με συντρέχεις
δεν έφταιξες δεν έφταιξα
ουδέ ρωτήθηκα
κι έτσι τώρα
καμώνομαι αυτό που νόμιζα
ενσαρκώνοντας ρόλους ατελείς
που περιγράφονται άριστα
μέσα από ρυτίδες
κι από λαθραία σώματα αγγέλων
που ποτέ δεν γερνούν
γιατί ήσαν αόριστα
μιας εξ αρχής


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις